Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αίσθημα ιλίγγου (μυθιστόρημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αίσθημα ιλίγγου
ΣυγγραφέαςΒίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ
ΤίτλοςSchwindel. Gefühle
ΓλώσσαΓερμανικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1990
Τόπος δημοσίευσηςΦραγκφούρτη
Μορφήμυθιστόρημα
Θέμαmeaning of life
ιστορία
ΤόποςΒιέννη
Βενετία
Μιλάνο
Βερόνα
Ίνσμπρουκ
LC ClassOL7986423W
 ID51965
Πρώτη έκδοσηEichborn Verlag

Αίσθημα ιλίγγου (γερμανικά: Schwindel. Gefühle., «Ίλιγγος. Συναισθήματα.») είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Γερμανού συγγραφέα Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ που δημοσιεύθηκε το 1990. Πρόκειται για ένα ανησυχητικό ταξίδι ανάμεσα στη μνήμη και την ιστορία και αποτελείται από τέσσερις ανεξάρτητες αφηγήσεις που συνδέονται με πολλά επαναλαμβανόμενα μοτίβα και περιλαμβάνουν αυτοβιογραφικά και μυθοπλαστικά στοιχεία, χαρακτήρες από διάφορες εποχές, αυτοβιογραφικές εξομολογήσεις, παιδικές αναμνήσεις, εικονογραφήσεις και ταξιδιωτικά ημερολόγια.[1]

Περιλαμβάνονται επίσης σκηνές από τη ζωή του Σταντάλ και του Κάφκα κατά την παραμονή τους στη Βόρεια Ιταλία, ο πρώτος κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, ο δεύτερος στην περίοδο που προηγήθηκε του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Μπελ, ή το αξιοσημείωτο γεγονός του έρωτα. Η πρώτη ιστορία ακολουθεί ορισμένα στάδια της ζωής του Γάλλου συγγραφέα Σταντάλ: [2]τη συμμετοχή του, σε ηλικία μόλις 17 ετών, στη διάσχιση των Άλπεων με τον στρατό του Ναπολέοντα το 1800, την επακόλουθη παραμονή του στο Μιλάνο, όπου προσβλήθηκε από σύ��ιλη κατά τη διάρκεια επισκέψεων σε οίκους ανοχής και την επιστροφή του εκεί σχεδόν 20 χρόνια αργότερα. Επίσης, γράφει για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Σταντάλ για την κόμισσα Ματίλντα Ντεμπόφσκι, την οποία είχε γνωρίσει σε ένα σαλόνι του Μιλάνου τον Μάρτιο του 1818. Ακολουθεί μια περίληψη κειμένων του Σταντάλ που δημοσιεύθηκαν με τον τίτλο Περί έρωτος.

Στο εξωτερικό. Η δεύτερη ιστορία παρουσιάζεται σαν ταξιδιωτικό ημερολόγιο ενός ανώνυμου αφηγητή, ο οποίος αποδεικνύεται να έχει πολλά κοινά με τον συγγραφέα Β. Γκ. Ζέμπαλντ. Αφηγείται δύο ταξίδια που τον οδήγησαν στην Ιταλία το 1980 και το 1987. Η αφήγησή του ξεκινά το 1980 στη Βιέννη. Λίγο αργότερα, αποφασίζει να πάρει το βραδινό τρένο για τη Βενετία. Μετά από τρεις νύχτες στη Βενετία, ταξιδεύει στη Βερόνα. Αυτή η πόλη γίνεται το επίκεντρο της ιστορίας. Αργότερα, όταν καταγράφει τις εμπειρίες του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ιταλία το 1987, έχει «την αίσθηση ότι πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα». Δύο φορές, πρώτα στη Βενετία και ξανά στη Βερόνα, ένιωσε να τον καταδιώκουν δύο άνδρες - που, ήταν σίγουρος, ήθελαν να τον ληστέψουν. Στη συνέχεια, ενώ δειπνούσε σε μια πιτσαρία, διάβασε ότι μια «Οργάνωση Λουδοβίκος», αποτελούμενη από δύο νεαρούς άνδρες, ήταν υπεύθυνη για αρκετές δολοφονίες στη βόρεια Ιταλία.[3]

Το 1987, ο αφηγητής επαναλαμβάνει το ταξίδι στη Βερόνα για να «εξετάσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις αόριστες αναμνήσεις του από εκείνη την επικίνδυνη εποχή και ίσως να μπορέσει να καταγράψει μερικές από αυτές». Το ταξίδι του, ωστόσο, τον οδηγεί σε μερικά άλλα μέρη. Όταν στο Λιμόνε σουλ Γκάρντα χάνει το διαβατήριό του και πρέπει να πάει στο προξενείο στο Μιλάνο, η ιστορία παίρνει μια παράξενη τροπή. Πίσω στη Βερόνα, ένας εκδότης εφημερίδας τον πληροφορεί για τις δολοφονίες και επιθέσεις που διέπραξε η «Οργάνωση Λουδοβίκος» και την τελική σύλληψη των δύο ανδρών.

Συνυφασμένες με τα στοιχεία της πλοκής είναι σκέψεις για έργα τέχνης της Ιταλικής Αναγέννησης και μια περιγραφή της φυλάκισης του Καζανόβα στους μολυβένιους θαλάμους, κελιά στην ανατολική πτέρυγα του Παλατιού των Δόγηδων στη Βενετία.

Το ταξίδι του Δρ. Κ. σε σπα στη Ρίβα. Η τρίτη ιστορία περιγράφει μια δύσκολη περίοδο στη ζωή του Φραντς Κάφκα, ο οποίος αναφέρεται ως «Δρ. Κ.», κατά τη διάρκεια μερικών εβδομάδων το φθινόπωρο του 1913. [2] Ένα επαγγελματικό ταξίδι τον οδήγησε αρχικά στη Βιέννη και από εκεί ταξίδεψε μέσω Τεργέστης, Βενετίας, Βερόνας και Ντεζεντσάνο (με εξαίρεση την Τεργέστη, όλα μέρη που ο αφηγητής είχε επισκεφτεί στην προηγούμενη ιστορία) στη Ρίβα στη λίμνη Γκάρντα. Ο Κάφκα έμεινε εκεί για «τρεις εβδομάδες στην κλινική υδροθεραπείας του Δρ. φον Χάρτουνγκεν». Έζησε ένα σύντομο ειδύλλιο με μια νεαρή κοπέλα από τη Γένοβα και πληροφορήθηκε ότι ένας φίλος του είχε αυτοκτονήσει. Τρία χρόνια αργότερα, ο Κάφκα έγραψε το διήγημα Ο κυνηγός Γράκχος, για κάποιον καταδικασμένο να περιπλανιέται σαν ζωντανός νεκρός που δεν μπορεί να πεθάνει, το οποίο παρατίθεται συνοπτικά με μια υπόδειξη για το πιθανό νόημά του: το θέμα της απώλειας και της θλίψης και η λαχτάρα του Κάφκα για αγάπη.[4]

Η επιστροφή στην πατρίδα. Είναι μια νοσταλγική αφήγηση της επίσκεψης του αφηγητή στην γερμανική πόλη καταγωγής του, το «Β», το χωριό Βέρταχ στη νοτιοδυτική Βαυαρία. Μετά το ταξίδι του στην Ιταλία το 1987, ο αφηγητής πέρασε λίγο χρόνο στη Βερόνα και το Μπρούνικο, όταν, τον Νοέμβριο, αποφάσισε να πάει στο Β., που δεν είχε επισκεφθεί από την παιδική του ηλικία. Έπιασε δωμάτιο σε ένα πανδοχείο και έκανε σύντομες εκδρομές, επισκέφτηκε κάποιον που γνώριζε από παιδί και άκουσε ιστορίες χωρικών. Όλο και περισσότερες αναμνήσεις έρχονται στην επιφάνεια - από την εποχή που συνόδευε τον παππού του στις βόλτες του, όταν υπέφερε από μια σοβαρή παιδική ασθένεια και ερωτεύτηκε τη δασκάλα του. Ο αφηγητής θυμάται τον Χανς Σλαγκ τον κυνηγό, για τον οποίο κανείς δεν ήξερε ακριβώς «υπό ποιες συνθήκες είχε έρθει από τον Μέλανα Δρυμό στην περιοχή». Μια μέρα, αυτός ο κυνηγός έπεσε και σκοτώθηκε ενώ διέσχιζε ένα φαράγγι, ακολουθώντας τη μοίρα του κυνηγού στο διήγημα του Κάφκα. Ο αφηγητής αρχίζει επίσης να συνέρχεται από τη συλλογική αμνησία που η μεταπολεμική άρνηση του γερμανικού παρελθόντος έχει προκαλέσει ακόμη και στον ίδιο. Στο φωτογραφικό άλμπουμ της μητέρας του, βρίσκει μια φωτογραφία μιας τσιγγάνας που χαμογελάει πίσω από συρματοπλέγματα. Εδώ το βάρος της μνήμης γίνεται ασφυκτικό, καθώς ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι αυτή είναι μία από τις καρτ ποστάλ που έστειλε ο πατέρας του ως στρατιώτης κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία. – Ο αφηγητής μένει στο Β. για σχεδόν ένα μήνα πριν ξεκινήσει το ταξίδι του πίσω στην Αγγλία, όπου ζει για πολύ καιρό.[5]

Μετάφραση στα ελληνικά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Αίσθημα ιλίγγου, μτφ. Ιωάννα Μεϊτάνη, εκδ. Άγρα 2009 [6]
  1. . «fischerverlage.de/buch/w-g-sebald-schwindel-gefuehle».
  2. 1 2 Στην πρώτη ιστορία ο Σταντάλ αναφέρεται με το πραγματικό του όνομα Ανρί Μπελ. Στην τρίτη ιστορία ο Φραντς Κάφκα είναι πάντα ο «Δρ. Κ.», ή «ο γραμματέας του Ινστιτούτου Ασφάλισης Εργαζομένων της Πράγας».
  3. . «link.springer.com/schwindel. gefühle. w. g. sebald».
  4. . «literaturkritik.de/W. G. Sebalds Verwirrspiele mit dem Leser».
  5. . «book2look.com/schwindel. gefühle. w. g. sebald».
  6. . «politeianet.gr/el/-binfrid-georg-zebald-agra-aisthhma-iligou».