copayer
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- copayer < copaïer < copahu
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| copayer | copayers |
copayer (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| copayer | copayers |
copayer (fr) αρσενικό