direction
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| direction | directions |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /daɪˈɹɛk.ʃən/ (βρετανικό)
- ΔΦΑ : /dɪˈɹɛk.ʃən/ (ΗΠΑ)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]direction (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η κατεύθυνση, η διεύθυνση, το σημείο προς το οποίο κατευθύνεται, κινείται κάποιος ή κάτι
He was going in the direction of Corinth.
- Πήγαινε με κατεύθυνση την Κόρινθο.
We are not going in the direction of your house.
- Δεν πάμε προς την κατεύθυνση του σπιτιού σου.
the direction of the wind - η διεύθυνση του ανέμου
You have a good/bad sense of direction.
- Έχεις μεγάλη/μικρή ικανότητα προσανατολισμού.
- (συνήθως πληθυντικός) η οδηγία
Follow the directions on the box.
- Ακολουθείστε τις οδηγίες στο κουτί.
I gave him detailed directions.
- Του έδωσα λεπτομερείς οδηγίες.
- ≈ συνώνυμα: instruction
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η κατεύθυνση, η εξέλιξη, ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται ένα άτομο ή ένα πράγμα
The inquiry took a new direction.
- Η ανάκριση πήρε καινούργια κατεύθυνση.
The measures the government took are in the right direction.
- Τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση βρίσκονται σε σωστή κατεύθυνση.
The crisis went in an unexpected direction.
- Η κρίση είχε απροσδόκητη εξέλιξη.
- η κατεύθυνση, για να δηλώσουμε το πρόσωπο ή το χώρο από τον οποίο προέρχεται κάτι ή προς τον οποίο απευθύνεται κάτι
He hurled threats in all directions.
- Εκτόξευσε απειλές προς όλες τις κατευθύνσεις.
He steered the conversation in that direction.
- Έστρεψε τη συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση.
- (μη μετρήσιμο) η κατεύθυνση, ο σκοπός
- (μη μετρήσιμο) η διεύθυνση, η ενέργεια του διευθύνω, η ευθύνη που έχει ο διευθυντής να προγραμματίζει και να επιβλέπει τη λειτουργία κάτι
The orchestra played under the direction of D. Metropoulos.
- Η ορχήστρα έπαιξε υπό τη διεύθυνση του Δ. Μητρόπουλου.
- (μη μετρήσιμο) η σκηνοθεσία
The play was staged under the direction of Dimitris Rodiris.
- Το έργο ανέβηκε σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]direction (fr) θηλυκό
- η κατεύθυνση
- η διεύθυνση
- η οδηγία
- η σκηνοθεσία